αποστρατεύω


αποστρατεύω
(ΑΜ ἀποστρατεύομαι)
παθ. απολύομαι από τις τάξεις του στρατού
νεοελλ.
1. (για στρατιωτικούς) απολύω, απομακρύνω κάποιον από την ενεργό στρατιωτική υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, σωματικής ανικανότητας κ.λπ.
2. (-ομαι) παύω να εξασκώ το επάγγελμα μου
μσν.
τιμωρούμαι με αποστράτευση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποστρατεύω — αποστρατεύω, αποστράτευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποστρατεύω — [апостратэво] р. увольнять из армии …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αποστρατεύω — ευσα, εύτηκα, ευμένος 1. απολύω εφεδρικές ηλικίες στρατιωτών: Η κυβέρνηση αποστράτευσε πέντε ηλικίες εφέδρων. 2. βάζω αξιωματικό σε αποστρατεία (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποστράτευση — η 1. η απόλυση από τις τάξεις του στρατού 2. λήξη της επιστράτευσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποστρατεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τού Βασιλείου της Ελλάδος] …   Dictionary of Greek

  • αποστρατεία — η 1. η απομάκρυνση στρατιωτικού από την ενεργό υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας, σωματικής ανικανότητας κ.λπ. 2. η απομάκρυνση ή η αποχή κάποιου από το επάγγελμα του. [ΕΤΥΜΟΛ. < αποστρατεύω. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στην Εφημερίδα της… …   Dictionary of Greek